Η σημασία του humble
Λέξη-κλειδί: Humble
Ορισμός: Η λέξη “humble” περιγράφει ένα άτομο που έχει ταπεινότητα ή αυτοπειθαρχία. Συνήθως αναφέρεται σε κάποια κατάσταση ή ιδιότητα που έρχεται σε αντίθεση με την υπερηφάνεια ή την αλαζονεία. Ένα ταπεινό άτομο δεν θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους και μπορεί να αναγνωρίζει τις αδυναμίες του.
Χρήση: Η λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις, όπως:
- “He remained humble despite his success.” (Έμεινε ταπεινός παρά την επιτυχία του.)
- “She has a humble background.” (Έχει ταπεινή καταγωγή.)
Ετυμολογία: Η λέξη “humble” προέρχεται από τη λατινική λέξη “humilis”, η οποία σημαίνει “χαμηλός” ή “ταπεινός”. Η ρίζα της “humus” σημαίνει “χώμα”, σχετίζοντας την ταπεινότητα με το χαμηλό στάδιο της γης.
Προφορά: /ˈhʌm.bəl/
Συνώνυμα:
- Modest (μετριόφρων)
- Unpretentious (ανεπιτήδευτος)
- Meek (ταπεινός)
Αντώνυμα:
- Arrogant (αλαζόνας)
- Proud (υπερήφανος)
- Haughty (υψηλόφρων)
Η έννοια της “ταπεινότητας” είναι ιδιαίτερα εκτιμημένη σε πολλές πολιτισμικές και κοινωνικές θεωρίες, συχνά θεωρείται αρετή που συνδέεται με τη συμπόνια και την καλοσύνη.
-
She remains humble despite her success.
Αυτή παραμένει ταπεινή παρά την επιτυχία της. -
It is important to stay humble when achieving your goals.
Είναι σημαντικό να παραμένεις ταπεινός όταν επιτυγχάνεις τους στόχους σου. -
He has a humble lifestyle, living in a small apartment.
Αυτός έχει έναν ταπεινό τρόπο ζωής, ζώντας σε ένα μικρό διαμέρισμα. -
The humble beginnings of the project inspired everyone involved.
Οι ταπεινές αρχές του έργου ενέπνευσαν όλους τους εμπλεκόμενους. -
Her humble attitude made her very approachable.
Η ταπεινή της στάση την έκανε πολύ προσιτή.
Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com