Η σημασία του concise
Λέξη: Concise
Ορισμός: Η λέξη “concise” σημαίνει κάτι που εκφράζεται με σαφήνεια και απλότητα, χωρίς περιττές λεπτομέρειες ή περίπλοκες διατυπώσεις. Είναι χαρακτηριστική περιγραφή για κείμενα ή ομιλίες που είναι συμπυκνωμένα και εστιασμένα στο κύριο νόημα.
Χρήση: Χρησιμοποιείται συχνά σε περιβάλλοντα όπου απαιτείται ευκρίνεια και αποτελεσματικότητα στην επικοινωνία, όπως σε ακαδημαϊκά κείμενα, επαγγελματικές παρουσιάσεις και αναφορές.
Ετυμολογία: Η λέξη προέρχεται από τα λατινικά “concisus”, που σημαίνει “κομμένος” ή “συμπυκνωμένος”, και από το ρήμα “concidere”, που σημαίνει “να κόβεται όσο το δυνατόν πιο κοντά”.
Προφορά: Η προφορά της λέξης είναι [kənˈsaɪs].
Συνώνυμα:
- Brief (σύντομος)
- Succinct (συμπυκνωμένος)
- Terse (λιτός)
- Compact (συμπαγής)
Αντώνυμα:
- Verbose (φλύαρος)
- Lengthy (εκτενής)
- Wordy (πολυλογάς)
- Diffuse (διασκορπισμένος)
Η χρήση της λέξης “concise” είναι σημαντική στις επικοινωνίες, καθώς η απλότητα και η σαφήνεια βοηθούν τους αναγνώστες ή τους ακροατές να κατανοήσουν γρήγορα και εύκολα το μήνυμα που θέλουμε να μεταδώσουμε.
-
The report was concise and to the point.
Η έκθεση ήταν συνοπτική και στο θέμα της. -
She gave a concise summary of the meeting.
Έκανε μια συνοπτική περίληψη της συνεδρίασης. -
His speech was concise, making it easy to understand.
Ο λόγος του ήταν συνοπτικός, κάνοντάς τον εύκολο στην κατανόηση. -
We need a concise plan for the project.
Χρειαζόμαστε ένα συνοπτικό σχέδιο για το έργο. -
The article provides a concise overview of the topic.
Το άρθρο παρέχει μια συνοπτική επισκόπηση του θέματος.
Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com