Goong.com - Λεξικό Νέας Γενιάς

Η σημασία του concise

Λέξη: Concise

Ορισμός: Η λέξη “concise” σημαίνει κάτι που εκφράζεται με σαφήνεια και απλότητα, χωρίς περιττές λεπτομέρειες ή περίπλοκες διατυπώσεις. Είναι χαρακτηριστική περιγραφή για κείμενα ή ομιλίες που είναι συμπυκνωμένα και εστιασμένα στο κύριο νόημα.

Χρήση: Χρησιμοποιείται συχνά σε περιβάλλοντα όπου απαιτείται ευκρίνεια και αποτελεσματικότητα στην επικοινωνία, όπως σε ακαδημαϊκά κείμενα, επαγγελματικές παρουσιάσεις και αναφορές.

Ετυμολογία: Η λέξη προέρχεται από τα λατινικά “concisus”, που σημαίνει “κομμένος” ή “συμπυκνωμένος”, και από το ρήμα “concidere”, που σημαίνει “να κόβεται όσο το δυνατόν πιο κοντά”.

Προφορά: Η προφορά της λέξης είναι [kənˈsaɪs].

Συνώνυμα:

  1. Brief (σύντομος)
  2. Succinct (συμπυκνωμένος)
  3. Terse (λιτός)
  4. Compact (συμπαγής)

Αντώνυμα:

  1. Verbose (φλύαρος)
  2. Lengthy (εκτενής)
  3. Wordy (πολυλογάς)
  4. Diffuse (διασκορπισμένος)

Η χρήση της λέξης “concise” είναι σημαντική στις επικοινωνίες, καθώς η απλότητα και η σαφήνεια βοηθούν τους αναγνώστες ή τους ακροατές να κατανοήσουν γρήγορα και εύκολα το μήνυμα που θέλουμε να μεταδώσουμε.

  1. The report was concise and to the point.
    Η έκθεση ήταν συνοπτική και στο θέμα της.

  2. She gave a concise summary of the meeting.
    Έκανε μια συνοπτική περίληψη της συνεδρίασης.

  3. His speech was concise, making it easy to understand.
    Ο λόγος του ήταν συνοπτικός, κάνοντάς τον εύκολο στην κατανόηση.

  4. We need a concise plan for the project.
    Χρειαζόμαστε ένα συνοπτικό σχέδιο για το έργο.

  5. The article provides a concise overview of the topic.
    Το άρθρο παρέχει μια συνοπτική επισκόπηση του θέματος.

Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com