Η σημασία του competing
Λέξη: Competing
Ορισμός: Η λέξη “competing” είναι το παρόν συμμετοχικό του ρήματος “compete” που σημαίνει να συμμετέχεις σε μια δραστηριότητα ή έναν αγώνα με άλλους με σκοπό την επίτευξη μιας νίκης ή ενός στόχου. Ο όρος υποδηλώνει την παρουσία ανταγωνισμού και την ανάγκη να διακριθεί κανείς σε σχέση με άλλους.
Χρήση:
- Στο πλαίσιο των αθλητικών δραστηριοτήτων: “Οι αθλητές είναι συνεχώς competing ο ένας με τον άλλον για μετάλλια.”
- Στο επιχειρηματικό περιβάλλον: “Η εταιρεία μας είναι competing με πολλές άλλες στον τομέα της τεχνολογίας.”
Ετυμολογία: Η λέξη “competing” προέρχεται από το ρήμα “compete”, το οποίο έχει τις ρίζες του στη λατινική λέξη “competere”, που σημαίνει «να επιδιώκεις μαζί» από το “com-” (μαζί) και “petere” (να επιδιώκεις).
Προφορά: /kəmˈpiːtɪŋ/
Συνώνυμα:
- Contesting (διαγωνισμός)
- Rivaling (ανταγωνίζομαι)
- Competing against (ανταγωνίζομαι ενάντια)
Αντώνυμα:
- Cooperating (συνεργάζομαι)
- Assisting (βοηθώ)
- Collaborating (συνεργασία)
Αυτή είναι η ανάλυση της λέξης “competing”, που περιλαμβάνει τους ορισμούς, την προφορά και τις σχέσεις της με άλλες λέξεις.
-
The two teams are competing for the championship title.
Οι δύο ομάδες ανταγωνίζονται για τον τίτλο του πρωταθλήματος. -
She enjoys competing in track and field events.
Της αρέσει να συμμετέχει σε αγωνίσματα στίβου. -
Competing interests can sometimes lead to conflicts.
Οι ανταγωνιζόμενοι ενδιαφέροντες μπορεί μερικές φορές να οδηγήσουν σε συγκρούσεις. -
The company is competing with others to innovate its products.
Η εταιρεία ανταγωνίζεται με άλλες για να καινοτομήσει τα προϊόντα της. -
He dedicated his life to competing professionally in martial arts.
Αφιερώθηκε στη ζωή του για να αγωνίζεται επαγγελματικά στις πολεμικές τέχνες.
Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com