Goong.com - Λεξικό Νέας Γενιάς

Η σημασία του brief

Brief

Ορισμός: Η λέξη “brief” χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο και σημαίνει “σύντομος, περιεκτικός, συνοπτικός”. Μπορεί να περιγράψει κάτι που διαρκεί για λίγη ώρα ή που περιέχει μια μικρή ποσότητα πληροφοριών.

Χρήση:

  1. Σαν επίθετο: “He gave a brief summary of the report.” (Έδωσε μια σύντομη ανασκόπηση της αναφοράς).
  2. Σαν ρήμα: “She briefed him before the meeting.” (Τον ενημέρωσε πριν από τη συνάντηση).

Ετυμολογία: Η λέξη “brief” προέρχεται από τη Γαλλική λέξη “briefe”, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από τη Λατινική “brevis”, που σημαίνει “σύντομος” ή “λιτός”.

Προφορά: Η προφορά της λέξης στα αγγλικά είναι /briːf/.

Συνώνυμα:

Αντώνυμα:

Αυτή η λέξη έχει σημαντική σημασία σε διάφορους τομείς, όπως η επικοινωνία, οι παρουσιάσεις και οι εκθέσεις, όπου η σαφήνεια και η περιεκτικότητα είναι ζωτικής σημασίας.

  1. The manager gave a brief overview of the project.
    Ο διευθυντής έδωσε μια σύντομη επισκόπηση του έργου.

  2. Please keep your explanation brief and to the point.
    Παρακαλώ κρατήστε την εξήγηση σύντομη και στο θέμα.

  3. I had a brief conversation with him about the meeting.
    Είχα μια σύντομη συζήτηση μαζί του για τη συνάντηση.

  4. The report is too brief to provide any useful information.
    Η αναφορά είναι πολύ σύντομη για να παρέχει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία.

  5. She wrote a brief note to explain her absence.
    Έγραψε μια σύντομη σημείωση για να εξηγήσει την απουσία της.