Η σημασία του attempt
Attempt
Ορισμός: Η λέξη “attempt” αναφέρεται στη διαδικασία ή την πράξη της προσπάθειας να επιτευχθεί κάτι, είτε με επιτυχία είτε όχι. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάφορα συμφραζόμενα, όπως η δοκιμή για να κάνουμε κάτι ή η απόπειρα να πετύχουμε έναν στόχο.
Χρήση: Συχνά χρησιμοποιείται σε περιβάλλοντα που αφορούν προσπάθειες, τόσο σε θετικούς όσο και σε αρνητικούς τομείς, όπως η επιστήμη, η αθλητική δραστηριότητα ή ακόμα και σε νομικές έννοιες (π.χ. απόπειρα εγκλήματος).
Ετυμολογία: Η λέξη “attempt” προέρχεται από τη μεσαιωνική γαλλική λέξη “attempre”, που σημαίνει “προσπαθώ”, η οποία έχει τις ρίζες της στο λατινικό “ad-tem-perare” (να φέρνεις μαζί ή να συνδυάζεις).
Προφορά: Η αγγλική προφορά είναι /əˈtɛmpt/.
Συνώνυμα:
- Try
- Endeavor
- Effort
- Venture
Αντώνυμα:
- Give up
- Abandon
- Neglect
Αυτή η λέξη, λόγω της φύσης της, υπογραμμίζει τη σημασία της προσπάθειας και της επιμονής κατά την επίτευξη στόχων και επιθυμιών.
-
She made an attempt to climb the mountain.
(Έκανε μια προσπάθεια να αναρριχηθεί στο βουνό.) -
His attempt to solve the puzzle was unsuccessful.
(Η προσπάθειά του να λύσει το παζλ ήταν αποτυχημένη.) -
The team will make another attempt to break the record.
(Η ομάδα θα κάνει άλλη μια προσπάθεια να σπάσει το ρεκόρ.) -
I appreciate your attempt to help me with my project.
(Εκτιμώ την προσπάθειά σου να με βοηθήσεις με το έργο μου.) -
Their attempt at making a movie was quite impressive.
(Η προσπάθειά τους να φτιάξουν μια ταινία ήταν αρκετά εντυπωσιακή.)
Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com