Goong.com - Λεξικό Νέας Γενιάς

Η σημασία του attempt

Attempt

Ορισμός: Η λέξη “attempt” αναφέρεται στη διαδικασία ή την πράξη της προσπάθειας να επιτευχθεί κάτι, είτε με επιτυχία είτε όχι. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάφορα συμφραζόμενα, όπως η δοκιμή για να κάνουμε κάτι ή η απόπειρα να πετύχουμε έναν στόχο.

Χρήση: Συχνά χρησιμοποιείται σε περιβάλλοντα που αφορούν προσπάθειες, τόσο σε θετικούς όσο και σε αρνητικούς τομείς, όπως η επιστήμη, η αθλητική δραστηριότητα ή ακόμα και σε νομικές έννοιες (π.χ. απόπειρα εγκλήματος).

Ετυμολογία: Η λέξη “attempt” προέρχεται από τη μεσαιωνική γαλλική λέξη “attempre”, που σημαίνει “προσπαθώ”, η οποία έχει τις ρίζες της στο λατινικό “ad-tem-perare” (να φέρνεις μαζί ή να συνδυάζεις).

Προφορά: Η αγγλική προφορά είναι /əˈtɛmpt/.

Συνώνυμα:

Αντώνυμα:

Αυτή η λέξη, λόγω της φύσης της, υπογραμμίζει τη σημασία της προσπάθειας και της επιμονής κατά την επίτευξη στόχων και επιθυμιών.

  1. She made an attempt to climb the mountain.
    (Έκανε μια προσπάθεια να αναρριχηθεί στο βουνό.)

  2. His attempt to solve the puzzle was unsuccessful.
    (Η προσπάθειά του να λύσει το παζλ ήταν αποτυχημένη.)

  3. The team will make another attempt to break the record.
    (Η ομάδα θα κάνει άλλη μια προσπάθεια να σπάσει το ρεκόρ.)

  4. I appreciate your attempt to help me with my project.
    (Εκτιμώ την προσπάθειά σου να με βοηθήσεις με το έργο μου.)

  5. Their attempt at making a movie was quite impressive.
    (Η προσπάθειά τους να φτιάξουν μια ταινία ήταν αρκετά εντυπωσιακή.)

Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com