Η σημασία του brutal
Λέξη-κλειδί: brutal
Ορισμός: Η λέξη “brutal” χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι που είναι σφοδρό, άγριο, ή ακραία σκληρό. Μπορεί να αναφέρεται σε βία, συμπεριφορά ή γεγονότα που προξενούν πόνο και suffering χωρίς συμπόνια ή έλεος.
Χρήση: Η λέξη συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει σπορ, πράξεις βίας, κοινωνικές ή πολιτικές καταστάσεις, και δύσκολες συνθήκες. Για παράδειγμα: “Η ταινία είχε μια brutal σκηνή μάχης”.
Ετυμολογία: Η λέξη “brutal” προέρχεται από το λατινικό “brutalis”, που σημαίνει “από άγριο ζώο” ή “άγριος”. Συνδέεται με τη λέξη “brute”, που σημαίνει “ζώο” ή “άγριο άτομο”.
Προφορά: Η προφορά της λέξης είναι /ˈbruːtəl/ στο Αγγλικό IPA.
Συνώνυμα:
- Savage (άγριος)
- Cruel (σκληρός)
- Ferocious (άγριος)
- Ruthless (άσπλαχνος)
Αντώνυμα:
- Gentle (ήπιος)
- Kind (καλός)
- Compassionate (συμπαθητικός)
- Mild (ήπιος)
Η λέξη “brutal” συχνά έχει αρνητική χροιά και χρησιμοποιείται για να ξεχωρίσει καταστάσεις ή συμπεριφορές που είναι πέρα από το αποδεκτό ή ανεκτό από την κοινωνία.
-
The brutal storm caused significant damage to the town.
(Η βάναυση καταιγίδα προκάλεσε σημαντικές ζημίες στην πόλη.) -
The documentary exposed the brutal realities of animal poaching.
(Το ντοκιμαντέρ αποκάλυψε τις βάναυσες πραγματικότητες της λαθροθηρίας ζώων.) -
He faced brutal criticism for his controversial opinions.
(Αντιμετώπισε βάναυσες κριτικές για τις αμφιλεγόμενες απόψεις του.) -
The movie depicted a brutal war with intense battle scenes.
(Η ταινία απεικόνιζε έναν βάναυσο πόλεμο με έντονες σκηνές μάχης.) -
She was shocked by the brutal honesty of his words.
(Εκπλήχθηκε από την βάναυση ειλικρίνεια των λόγων του.)
Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com