Η σημασία του annex
Λέξη-κλειδί: annex
Ορισμός:
Η λέξη “annex” χρησιμοποιείται κυρίως ως ρήμα και σημαίνει να προσθέσει ή να ενσωματώσει κάτι σε ένα υπάρχον έγγραφο, κτίριο ή περιοχή. Στα πολιτικά και νομικά συμφραζόμενα, αναφέρεται στη διαδικασία κατάληψης ή προσάρτησης εδαφών σε ένα κράτος.
Χρήση:
- Ως ρήμα: “The government plans to annex the neighboring territory.”
- Ως ουσιαστικό: “The new office building is an annex to the main facility.”
Ετυμολογία:
Η λέξη προέρχεται από το λατινικό “annexus”, το οποίο σημαίνει “συνδεδεμένος”. Η ρίζα “ad-” (προς) + “nectere” (να συνδέσεις) αποτελεί τη βάση της έννοιας της προσάρτησης ή της σύνδεσης.
Προφορά:
/ˈænɛks/
Συνώνυμα:
- Add
- Attach
- Append
- Include
- Incorporate
Αντώνυμα:
- Detach
- Remove
- Separate
- Exclude
Αυτή η λέξη μπορεί να έχει και διαφορετικές έννοιες ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται, αλλά οι κύριες χρήσεις παραμένουν σχετικά κοντά στην έννοια της προσθήκης ή της σύνδεσης.
-
The new building will serve as an annex to the main campus.
(Το νέο κτίριο θα λειτουργήσει ως προσάρτημα στο κύριο συγκρότημα.) -
The report includes an annex with additional information.
(Η έκθεση περιλαμβάνει ένα προσάρτημα με επιπλέον πληροφορίες.) -
We need to create an annex for the temporary storage of supplies.
(Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα προσάρτημα για προσωρινή αποθήκευση εφοδίων.) -
The annex contains several important documents relevant to the case.
(Το προσάρτημα περιέχει αρκετά σημαντικά έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση.) -
The architect proposed an annex to expand the living space.
(Ο αρχιτέκτονας πρότεινε ένα προσάρτημα για να επεκτείνει τον χώρο διαβίωσης.)
Ανεβάστε τα αγγλικά σας επίπεδο με βίντεο στο YouTube. Tombik.com